του Γιάννη Κοκόρη, φιλολόγου

Αγγίζοντας, όπως πάντοτε, τα θέματα της επικαιρότητας, αφιερώνουμε το άρθρο αυτό στη βασίλισσα των εορτών. Είναι «το ιερόν και άγιον Πάσχα των πιστών, το τερπνόν και πανσεβάσμιον, το Πάσχα το μυστικόν». Όπως διαπιστώνει ήδη ο αναγνώστης, προσφεύγουμε εξαρχής στην αρωγή των μεγάλων μυστών του λόγου και της θεολογίας, καθώς η δική μας εξάρτυση και σκευή είναι πτωχή για να μπορέσει να προσεγγίσει το μυστήριο και το θαυμαστό γεγονός της Ανάστασης του Θεανθρώπου. Θα συνεχίσουμε λοιπόν έτσι ώστε να δώσουμε κάποια ψήγματα υψηλού λόγου για το μεγάλο αυτό γεγονός. Οι παρακάτω στίχοι του Παλαμά μάς εισάγουν στο νόημα της γιορτής:

«Ανάσταση κι αγάπη λαμπερή
κάθε καμπάνα χαρωπά σημαίνει
και μέσα στην καρδιά μου μυστικά
νιώθω να ξημερώνει μια ημέρα
με κάλλη πλέον μαγικά.
Η ομορφιά κι η άνοιξη κι η νιότη
φωλιάζουν μέσα μου, τρεις θησαυροί».

Οι χαρμόσυνες κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών και οι φωτοβολίδες με τις οποίες υποδεχόμαστε το «Χριστός Ανέστη» εκφράζουν την ελπίδα στη συνέχιση και αϊδιότητα της ζωής και την ευφροσύνη για την κατάργηση του θανάτου: «Θανάτου εορτάζομεν νέκρωσιν/, άδου την καθαίρεσιν/, άλλης βιοτής, της αιωνίου, απαρχήν», αναφωνεί ο κορυφαίος υμνογράφος Ιωάννης Δαμασκηνός στον Κανόνα του Πάσχα. Και ο Διονύσιος Σολωμός θα διακηρύξει «Γλυκιά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα». Παρά το δικαιολογημένο πασχαλινό ξεφάντωμα – έκρηξη χαράς – για τη ζωηφόρο έγερση του Χριστού, η Ανάσταση υπήρξε στην πραγματικότητα το πιο μυστικό γεγονός στην ιστορία του κόσμου και έτσι συνεχίζει να λειτουργεί στην εσωτερική ζωή του κάθε πιστού. Το σύνολο της γαλήνης, της αγαλλίασης και της ομορφιάς δημιουργεί ατμόσφαιρα και κλίμα μυσταγωγίας και κατάνυξης, για να φυτρώσει η ελπίδα και να λαμπυρίσει το φως της ζωής, όπως όλα αυτά εκφράζονται ποιητικότατα στην αναστάσιμη υμνογραφία. Το μοτίβο της σιωπής έχει περάσει στην υμνογραφία της ελληνορθόδοξης Εκκλησίας από την αρχαιοελληνική ποιητική παράδοση. Σε αρκετά αρχαία κείμενα, και κυρίως στις τραγωδίες, πριν από την εμφάνιση κάποιας θεϊκής μορφής ή την εξαγγελία κάποιου σπουδαίου γεγονότος οι άνθρωποι και η φύση καλούνται να σιγήσουν. Έτσι και στη Μικρή Ανάσταση του Μεγάλου Σαββάτου στη θέση του Χερουβικού ύμνου ψάλλεται κατανυκτικά η προτροπή: «Ας σιγήσει κάθε θνητή ύπαρξη. Ας σταθεί με φόβο και τρόμο και ας μη σκέπτεται τίποτε το γήινο». («Σιγησάτω πάσα σαρξ βροτεία/ και στήτω μετά φόβου και τρόμου/ και μηδέν το γήινον εν εαυτή λογιζέσθω»).

Η ατμόσφαιρα της μυσταγωγίας και της κατάνυξης δημιουργείται αργά και σταδιακά από την αρχή της Σαρακοστής με αποκορύφωμα τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας και ιδιαίτερα εκείνη της Μ. Παρασκευής. Η λειτουργική ζωή της Εκκλησίας με τις ποικίλες εναλλαγές, τόσο στο περιεχόμενο του λόγου όσο και στη μουσική επένδυση, μαζί με τις τελετουργικές πράξεις, βιώνει και μεταδίδει το πραγματικό μήνυμα και το μεγάλο δώρο της Μ. Εβδομάδας, που συνοψίζεται στη λέξη «χαρμολύπη». Είναι λέξη πατερική με βαθύ πνευματικό περιεχόμενο. Είναι σύνθετη (χάρμη + λύπη). «Χάρμη», λέξη ομηρική, σημαίνει τη χαρά της μάχης, τη χαρά του αγωνιστή. Επομένως χαρμολύπη είναι το συνταίριασμα του πένθους και της χαράς, τα ανάμικτα συναισθήματα χαράς και λύπης. Πέρα όμως από τη λεκτική σημασία της η λέξη εκφράζει όλο το βάθος και το μεγαλείο των Παθών και της Ανάστασης, όπως τα βιώνει και τα προβάλλει η Εκκλησία. Παραθέτω την ερμηνεία που δίνουν δύο διακεκριμένοι συγγραφείς και μελετητές της ορθόδοξης λατρείας και παράδοσης. Είναι ο Παντελής Β. Πάσχος, καθηγητής Αγιολογίας και Υμνολογίας στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δόκιμος λογοτέχνης, και ο Αλέξανδρος Σμέμαν (Alexander Schmemann), μεγάλος θεολόγος της ρωσικής διασποράς του 20ου αιώνα.

Στο βιβλίο «Έρως Ορθοδοξίας» σελ.192 κ.ε. ο Π.Β. Πάσχος γράφει: «Με τη χαρμολύπη ο ορθόδοξος χριστιανός πίσω από το δάκρυ της πτώσεως βλέπει, ελπίζει και αγωνίζεται για την ανάστασή του. Γι’ αυτό η Σταύρωση δεν κρύβει καθόλου το φως και το άρρητο κάλλος της Αναστάσεως... Η χαρμολύπη του Σταυρού μάς δίνει την πραγματική έννοια της υπέρτατης θυσίας του Χριστού. Όλα τα τροπάρια της υμνογραφίας της Μ. Παρασκευής και του Μ. Σαββάτου είναι ένα κράμα από σταυρώσιμη λύπη και αναστάσιμη χαρά. Αυτή είναι η μεγάλη σοφία και η δόξα της Ορθοδοξίας, που βλέπει την μεν Ανάσταση διαμέσου της Σταυρώσεως, την δε Σταύρωση υπό τις φωτεινές ανταύγειες του όρθρου της Αναστάσεως. Η Ορθόδοξη Εκκλησία βιώνει τη λύπη του Σταυρού συγκρατημένα. Δεν είναι κραυγαλέα, δεν πνίγεται στους λυγμούς και στα δάκρυα, όπως η Δυτική, δεν οδύρεται απαρηγόρητα μπρος στον Εσταυρωμένο με κοπετούς και θρήνους, όπως φαίνεται καθαρά στη δυτικότροπη ζωγραφική και στις άλλες θρησκευτικές τέχνες. Η θεώρηση αυτή των Παθών αποκαλύπτει μάλλον απελπισία. Αντίθετα ο ορθόδοξος χριστιανός πίσω από τον σταυρό και τη δική του κατάντια βλέπει ν’ ανατέλλει μια καινούργια ζωή».

Ο Αλεξ. Σμέμαν στο έργο του «H Μεγάλη Σαρακοστή – Πορεία προς το Πάσχα» σελ. 36 κ.ε. επισημαίνει: «Σκοπός της Μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι να μας επιβάλει πιεστικά μερικές τυπικές υποχρεώσεις, αλλά να «μαλακώσει» την καρδιά μας, για ν’ αρχίσουμε να αισθανόμαστε ότι η θλίψη στην πραγματικότητα είναι «ευθυμία» ότι μια μυστηριώδης μεταμόρφωση συντελείται μέσα μας.... Χαρμολύπη λοιπόν είναι η θλίψη για την εξορία μου, για την καταστροφή που έχω κάνει στη ζωή μου· είναι ταυτόχρονα και η χαρά για την ξαναγεννημένη επιθυμία μου για τον Θεό και η ειρήνη από την επιστροφή στο σπίτι».

Με το βίωμα της χαρμολύπης ο άνθρωπος υπερβαίνει την αγωνία του θανάτου και το μεταφυσικό κενό που τόσο ταλαιπωρεί τον άνθρωπο σήμερα και τον οδηγεί στην απόγνωση. Με αυτόν τον τρόπο ο άνθρωπος γεύεται την ευφροσύνη της Γιορτής, τη βαθιά και μεγάλη χαρά της ζωής. Μπορούμε τότε να ψελλίσουμε μαζί με τον ποιητή Τάκη Παπατσώνη τους στίχους από το ποίημά του «Γλυκύ έαρ»:

«Άνθρωπος της δικιάς μου Γης γεύομαι το έαρ,
το γλυκύ μου έαρ το θεοποιημένο
και επά στο χώμα τούτο προσδοκώ την έγερσή μου».

Κλείνοντας το εόρτιο σημείωμά μας, δίνουμε μια ακόμη διάσταση που έχει το Πάσχα ιδιαίτερα για τους Έλληνες, όπως την διατυπώνει και πάλι ο Π.Β. Πάσχος: «Τη χαρμολύπη και την ευφροσύνη του Πάσχα μπορεί να τη νιώσει πιο καλά απ’ όλους ο Έλληνας, που μέσα στη μακραίωνη πορεία του δεν πέρασε ούτε στιγμή δίχως σταυρό στον ώμο. Και πάντα έβλεπε, ανεβαίνοντας τον Γολγοθά του, να τού χαμογελά στο βάθος ένα γλυκύτατο φως αναστάσεως». Και ο Παπαδιαμάντης: «Όταν λέγη «Ανάστασις» ο ελληνικός λαός, κρυφία τις χορδή αναπαλλομένη εις τα μυχιαίτατα της καρδίας του υπενθυμίζει και του Γένους την ανάστασιν και ο Χριστός και η Πατρίς συναντώνται εν αυτώ ισοπαθείς και ισόθεοι».