Ο χρόνος γίνεται αισθητός με την εναλλαγή των φαινομένων και κυρίως από τη φθορά που επιφέρει στη ζωή και στα έργα του ανθρώπου. Είναι «ο Γέρων φθονερός και των έργων εχθρός και πάσης μνήμης», κατά τον Κάλβειο ποιητικό λόγο. Η ζωή μας δεμένη στον χρόνο και στη φθοροποιό επιρροή του χάνει την ικμάδα της και η συνείδηση δοκιμάζεται, καθώς βυθίζεται στην αχλύ του συντελεσμένου χρόνου, που χαράσσει πάνω της τα σημάδια και την κακία του καθημερινού μόχθου. Ο χρόνος σκληρός και αδυσώπητος, φθείρει τον άνθρωπο καθολικά, σωματικά και ψυχικά, όταν είναι ζεμένος στον ζυγό του δουλικού έργου.

Ενδεικτικό σύμπτωμα η γενικευμένη αρρώστια της εποχής μας, το σφίξιμο και η πίεση που νιώθουμε στον λαιμό, όταν δεν προλαβαίνουμε στον χρόνο που διαθέτουμε να εκτελέσουμε όσα έχουμε στο νου μας. Ένα ακαθόριστο βάρος μάς σφίγγει και μάς πνίγει σαν αγχόνη. (Ας μη μας διαφεύγει η κοινή ετυμολογική προέλευση των λέξεων άγχος – αγχόνη από το αρχαίο ρήμα άγχω = σφίγγω στον λαιμό, πνίγω). Δυστυχώς αυτή η πίεση του χρόνου είναι διαρκής και αδιάκοπη στην καταναλωτική εποχή μας, καθώς ο άνθρωπος δεν προλαβαίνει να ανασάνει πάνω στη σπουδή και την αγωνιώδη μέριμνα να ανταποκριθεί στα όσα επιτάσσει ο ρυθμός της αγοράς και η απληστία της ανταγωνιστικής οικονομίας. Τότε ο χρόνος γίνεται βέβηλος, ανόσιος και μιαρός, που προσβάλλει και μολύνει την ιερότητα του ανθρώπινου προσώπου.

Οι πρόγονοί μας είχαν τη σοφία να διασπούν τον βέβηλο χρόνου με τις γιορτές και τις αργίες που είχαν άφθονες καθιερώσει. Ο μέγιστος των ιστορικών Θουκυδίδης σημειώνει στον Επιτάφιο του Περικλέους: «Επρονοήσαμε (οι Αθηναίοι) κατά πολλούς τρόπους για την ανάπαυση του πνεύματος από τους κόπους, με αποτέλεσμα η διακοπή αυτή να διαλύει και να διώχνει το «λυπηρόν». Γνωστότατο είναι και το απόφθεγμα του Δημοκρίτου «Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος», ότι η ζωή χωρίς γιορτές είναι σαν το μακρό ταξίδι που δεν διακόπτεται από κανένα πανδοχείο. Είχαν μάλιστα προχωρήσει πολύ πιο μπροστά από τις μεταγενέστερες εποχές, αφού θεωρούσαν την αργία, τη σχολή (σήμερα σχόλη και σκόλη), ως στόχο και σκοπό της εργασίας. Η αντίληψη αυτή συμπυκνώνεται στην καταπληκτική φράση του Αριστοτέλη «Ἀσχολούμεθα ἵνα σχολάζωμεν» (Ηθικ. Νικ. 1117b,5), εργαζόμαστε δηλαδή για να έχουμε ελεύθερο χρόνο, χρόνο για ενδοσκόπηση, ανασύνταξη και για ελεύθερη δημιουργία.

Με τον χριστιανισμό η ημέρα της Αναστάσεως, η ημέρα Κυρίου, η βασιλίς και κυρία, μπαίνει στη ζωή των πρώτων χριστιανών από τους αποστολικούς ήδη χρόνους ως ξεχωριστή και ευφρόσυνη ημέρα λατρείας και αναπαύσεως. Πρόκειται για την αγλαή και χαρμόσυνη ημέρα της εβδομάδος που ονομάζεται Κυριακή. Ως επίσημη ημέρα αργίας αναγνωρίστηκε το 321 μ.Χ. από τον Μέγαν Κωνσταντίνο. Ακολούθησε η απόφαση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325) με την οποία θεσπίστηκε ως ημέρα αναπαύσεως και προσευχής. Έκτοτε η αργία της Κυριακής κατέστη θεσμός που υιοθέτησαν και σεβάστηκαν όχι μόνο οι ορθόδοξοι λαοί, αλλά και όλες οι θρησκευτικές μεταρρυθμίσεις της Δύσεως. Πέραν της θρησκευτικής σημασίας η βυζαντινή νομοθεσία αναγνώριζε και την ανάγκη αναπαύσεως των εργαζομένων. Από εδώ προήλθε και ο κοινωνικός θεσμός της Κυριακής αργίας, που ακολούθησαν όλα τα σύγχρονα κράτη. Η απόπειρα καταργήσεώς του, που επιχειρήθηκε επί της Γαλλικής Επαναναστάσεως (1789), δεν ετελεσφόρησε και σύντομα επανήλθε η εβδομαδιαία αργία της Κυριακής. Την ίδια τύχη είχε και η απόπειρα των Μπολσεβίκων στη Ρωσία μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Με την αργία της Κυριακής και με το εορταστικό της περιεχόμενο ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας και ανασυντάσσουμε τις δυνάμεις μας. «Με την Κυριακή, γράφει ο φιλόσοφος Χρήστος Μαλεβίτσης (1927 – 1997), δεν επέρχεται απλώς η διακοπή της εργασίας, αλλά και η διακοπή του βέβηλου χρόνου, ώστε με την ιέρωση να αφανισθεί η βεβήλωση του αρχέγονου ανθρώπινου προσώπου και να παρασχεθεί η ευκαιρία για ανάταξη της υπάρξεως». (Χρ. Μαλεβίτση: «Τα μήλα των Εσπερίδων», σελ.121).

Στις αρχές Ιουλίου δημοσιεύτηκε η είδηση ότι η Κυβέρνηση προωθεί στη Βουλή προς ψήφιση νομοσχέδιο με το οποίο θεσπίζεται η λειτουργία των καταστημάτων κατά τις Κυριακές. Πρόκειται για μερική κατάργηση της αργίας της Κυριακής, ως πρώτο βήμα για την επέκτασή της. Η αιτιολογία ότι έτσι θα τονωθεί η εμπορική κίνηση δεν ευσταθεί και δεν πείθει. Γι’ αυτό και ο εμπορικός κόσμος αντιδρά. Εξάλλου με τους πολίτες εξουθενωμένους και ταπεινωμένους, χωρίς αξιοπρέπεια και ελευθερία, καμία ανάπτυξη δεν αναμένεται. Οι μόνοι κερδισμένοι θα είναι οι οικονομικοί κολοσσοί των πολυκαταστημάτων. Όσον αφορά στην εξυπηρέτηση του κόσμου, αυτό γίνεται και τώρα: τα μέσα συγκοινωνίας λειτουργούν, το ίδιο και τα εστιατόρια, τα κέντρα ψυχαγωγίας, τα νοσοκομεία, οι τουριστικές περιοχές κλπ.

Εκείνο που αξίζει να υπομνησθεί στην Κυβέρνηση και στους βουλευτές, που θα ψηφίσουν το νομοσχέδιο, είναι ότι η ενέργειά τους αυτή έρχεται ν’ ανατρέψει με νόμο έναν θεσμό 20 αιώνων, βαθιά ριζωμένο στη συνείδηση του λαού. Να γνωρίζουν ότι θα έχει την ίδια τύχη που είχαν και οι προηγούμενες απόπειρες. Το σοβαρότερο όμως είναι ότι η πράξη αυτή υπερβαίνει το μέτρο και τα επιτρεπτά όρια της δικαιοδοσίας τους, αφού ακυρώνει θεϊκή επιταγή και περιφρονεί το λαϊκό αίσθημα και την πολιτιστική παράδοση του Έλληνα. Και είναι γνωστό πού οδηγεί η ύβρις και η ασέβεια στις αρχαίες τραγωδίες και στη ζωή.