του Γιάννη Κοκόρη, φιλολόγου

Αναδιφώντας τον 5ο τόμο των Απάντων του Παπαδιαμάντη (κριτική έκδοση Ν.Δ. Τριανταφυλλόπουλου, Δόμος 1988) σταμάτησα στο φιλολογικό άρθρο με τον τίτλο «ΟΙΩΝΟΣ» σελ.251-254. Σχολιάζοντας τον γνωστό στίχο της Ιλιάδας «Είς οιωνός άριστος, αμύνεσθαι περί πάτρης» (Μ 243), ο σημαντικότερος Νεοέλληνας διηγηματογράφος αναφέρει στον επίλογο του άρθρου τα εξής: «Αλλά τίς έβαλεν εις πράξιν την συμβουλήν του θειοτάτου αρχαίου ποιητού; Εκ της παρούσης ημών γενεάς τίς ημύνθη περί πάτρης; ... Άμυνα περί πάτρης δεν είναι αι σπασμωδικαί, κακομελέτητοι και κακοσύντακτοι εκστρατείαι, ουδέ τα σκωριασμένης επιδεικτικότητoς θωρηκτά. Άμυνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα και εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεοκοπίας. Τίς ημύνθη περί πάτρης; Και τί πταίει η γλαυξ η θρηνούσα επί ερειπίων; Πταίουν οι πλάσαντες τα ερείπια. Και τα ερείπια τα έπλασαν οι ανίκανοι κυβερνήται της Ελλάδος».

Και αυτά μεν εγράφησαν την πρωτοχρονιά του 1896. Δεν ξέρω τί θα έγραφε ή μάλλον τί άλλα θα πρόσθετε, αν ζούσε σήμερα. Και μόνο η άμυνα για τη χρηστή διοίκηση και για την πρόληψη της χρεοκοπίας καθιστά το άρθρο επίκαιρο, που αποδεικνύει και τη διαχρονικότητα της λογοτεχνικής αξίας τόσο του Παπαδιαμάντη όσο και του Ομήρου, που δεν έχασε τη λάμψη της, έστω κι αν παρήλθαν τρεις χιλιετίες. Σημειωτέον ότι ο λόγος αυτός του Ομήρου συμπυκνώνει την πεμπτουσία όχι μόνο της φιλοπατρίας, αλλά και κάθε μεγάλης αγάπης και ανθρώπινης δραστηριότητας στον αγώνα της ζωής. Ας μη απορούμε πάντως για τα ερείπια της σημερινής οικονομίας μας. Τα μηνύματα για την επερχόμενη οικονομική καταστροφή ήταν πολλά και τα συμπτώματα ορατά. Τα γνώριζαν πολύ καλά οι πολιτικοί μας ταγοί και όχι μόνο τα εγνώριζαν, αλλά μερικά και τα προξένησαν: υπερδανεισμός της χώρας, σπατάλες και διασπάθιση του δημοσίου χρήματος σε μη παραγωγικά έργα, αναξιοκρατία και ασυδοσία στους διορισμούς, διάλυση της διοίκησης και κατάργηση κάθε ελέγχου κ.ά. Αυτοί ήταν οι πραγματικοί οιωνοί, τα ίδια τα γενονότα, και όχι το δυσοίωνο κλάμα της κουκουβάγιας. Οι αρμόδιοι όμως προστάτες της χώρας και του λαού δεν έκαναν τίποτα για να τα αποτρέψουν. Αλλά και μεις οι πολίτες δεν αμυνθήκαμε με το μοναδικό όπλο που διαθέτουμε, την ψήφο μας.

Την έννοια της πατρίδας (πάτρα ή πάτρη στην ιωνική διάλεκτο) η ελληνική σκέψη την έχει αναγάγει σε ύψιστη ηθικοπνευματική αξία. Υμνήθηκε όσο κανένα άλλο αγαθό, συνδεδεμένη πάντοτε με την ελευθερία την οποία διασφαλίζει και εγγυάται. Γι’ αυτό θεωρήθηκε ως μεγάλη μητέρα, ιερό βάθρο και αναγκαία προϋπόθεση της ολοκλήρωσης και καταξίωσης της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο Όμηρος έδωσε το πρώτο παράδειγμα φιλοπατρίας με τον Οδυσσέα να δηλώνει ότι δεν υπάρχει τίποτα γλυκύτερο από την πατρίδα και ότι επιθυμούσε ν’ αντικρύσει έστω και καπνό ν’ ανεβαίνει από την Ιθάκη κι ας πεθάνει. Τα ίδια βιώματα σε πολύ μεταγενέστερους καιρούς οδήγησαν τον Σωκράτη να συνθέσει με τη γραφίδα του Πλάτωνα τον ωραιότερο ύμνο για την πατρίδα, που εκφράζει και το φρόνημα των Αθηναίων πολιτών και όλων των Ελλήνων: «Μητρός τε και πατρός τε και των άλλων προγόνων απάντων τιμιώτερόν εστι η πατρίς και σεμνότερον και αγιώτερον και εν μείζονι μοίρα και παρά θεοίς και παρ’ ανθρώποις τοις νουν έχουσι» (Πλάτ.Κρίτων, 12). Είναι δηλαδή, σύμφωνα με την τελευταία φράση του κειμένου, αξία που τοποθετείται σε ανώτερη θέση και κατά την κρίση των θεών και κατά την κρίση των ανθρώπων που είναι νουνεχείς. Το υπέροχο αυτό έργο του μεγάλου φιλοσόφου με το οποίο γαλουχήθηκαν γενεές Ελλήνων έπαψε δυστυχώς να διδάσκεται εδώ και 35 περίπου χρόνια.

Σε πρώτη ανάγνωση «πατρίδα» είναι ο τόπος όπου γεννήθηκαν και έζησαν οι πρόγονοί μας και ζούμε εμείς σήμερα. Είναι η γη που δέχτηκε και φιλοξένησε τους μακρινούς μας προγόνους, οι οποίοι με τη σειρά τους συνδέθηκαν μαζί της, την αγάπησαν, τη φρόντισαν και την καλλιέργησαν, ποτίζοντάς την με τον ιδρώτα τους. Και εκείνη τους παρείχε τους καρπούς της. Έτσι δημιουργήθηκε μια αμοιβαία σχέση της γης αυτής με τους ανθρώπους της, οι οποίοι με την πάροδο του χρόνου διαμόρφωσαν τον χαρακτήρα τους και τον ψυχικό τους κόσμο σύμφωνα με τα δικά της κλιματολογικά, γεωφυσικά και γεωγραφικά δεδομένα. Και η αρχική αυτή πατρίδα από έδαφος έγινε αγκαλιά και οι κάτοχοί της έγιναν παιδιά της. Είναι προφανές ότι στην ύπαρξη της πατρίδας υπάρχει και το βιολογικό στοιχείο, που κανείς δεν μπορεί να απορρίψει. Στη συνέχεια η έννοια της πατρίδας διευρύνθηκε και πλουτίστηκε με τα πολιτιστικά και πνευματικά επιτεύγματα των παιδιών της, με τις ηθικές και πολιτικές επιδόσεις και δημιουργίες τους, με τους αγώνες τους για την ελευθερία και την υπεράσπισή της. Αντιτάχτηκε στην τυραννία και την καταπίεση και δίδαξε τη δημοκρατία και τον ανθρωπισμό. Τέλος παραμέρισε την αλαζονεία και τις δεισιδαιμονίες και ενστερνίστηκε την αγάπη του Θεανθρώπου. Όλος αυτός ο πλούτος των αθλημάτων και των επιδόσεων περιλαμβάνονται στην έννοια της πατρίδας. Γίνεται αντιληπτό ότι επικράτειες αυταρχικές και ολιγαρχικές, όπου η πατρίδα ανήκει στους ολίγους (είτε αυτοί λέγονται αφεντάδες της Ασίας, είτε φεουδάρχες του Μεσαίωνα, είτε ελέω Θεού μονάρχες, είτε τύραννοι και δικτάτορες), αυτές δεν μπορούν να έχουν όλο το βαθύ περιεχόμενο που δώσαμε οι Έλληνες στην έννοια της πατρίδας.

Η έμπρακτη αγάπη προς την πατρίδα και τους συνέλληνες δημιούργησε το ευγενές αίσθημα του πατριωτισμού, όρος που συνδέει και συνδυάζει την πατρίδα με το έθνος. Αν η λέξη «πατρίδα» παραπέμπει αρχικά στη γενέτειρα γη, η λέξη «έθνος» παραπέμπει στο σύνολο των προσώπων – των ομοεθνών – που έζησαν, δημιούργησαν και αναπτύχτηκαν σ’ αυτήν την πατρίδα και στην οποία συνεχίζουν να ζουν οι απόγονοί τους. Από τα στοιχεία που συγκροτούν το έθνος προέχει η συμμετοχή σε κοινότητα φρονημάτων, νοοτροπίας, τρόπου ζωής, πολιτισμού και παιδείας. Η συμμετοχή αυτή υπήρξε, κατά την ελληνική αντίληψη, το πρώτιστο και βασικό στοιχείο του έθνους. Η συμμετοχή αυτή μεταβάλλει τη «φύση» του ανθρώπου και τον «εξανθρωπίζει». Γι’ αυτό από τη στιγμή που αφυπνίστηκε η πανελλήνια εθνική συνείδηση, εκδηλώθηκε και η οικουμενικότητα του ελληνισμού, την οποία με σαφήνεια διατύπωσε ο ρήτορας Ισοκράτης στον «Πανηγυρικό» του (κεφ. ιγ΄,50): «Και περισσότερο Έλληνες καλούνται όσοι μετέχουν στην ιδική μας παίδευση παρά όσοι μετέχουν στην κοινή καταγωγή». Με αυτό το περιεχόμενο το έθνος αποτελεί υπέρβαση των ταξικών και φυλετικών διαιρέσεων. Εδώ επιβάλλεται να γίνει μιά αναγκαία διευκρίνιση της αρχικής σημασίας και προέλευσης των όρων που χρησιμοποιούνται σήμερα διεθνώς. Η ελληνική λέξη «έθνος» δεν έχει καμιά ετυμολογική σχέση με τη λατινική «natio», από την οποία παράγονται οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές λέξεις: nation, national, international κ.ά. Η λ. natio = φυλή, φύλο είναι παράγωγη του ρήματος «nascor» = γεννώμαι (natus, natalis κλπ.), ενώ η ελληνική «έθνος» προήλθε από την αρχαιοελληνική λ. ήθος > έθος = έθιμο, τρόπος συμπεριφοράς. Επομένως ο ελληνικός όρος αποκλείει το γένος και τη βιολογική καταγωγή, το κοινό αίμα. Γι’ αυτό το ελληνικό έθνος παρέμεινε ανοιχτό στους άλλους, τους ξένους, ικανό να δεχθεί και να αφομοιώσει ό,τι καλό υπήρχε σ’ αυτούς.

Βέβαια στην πορεία της Ιστορίας δεν υπήρξε πάντοτε άδολος, όπως τον προσδιορίσαμε, ούτε ο πατριωτισμός μας ούτε ο εθνισμός μας. Υπήρξαν υπερβολές και εκτροπές, ιδίως όταν ακολουθήσαμε, άκριτα, ξένα πρότυπα πολιτικών ιδεολογιών, όπως ο εθνικισμός – σωβινισμός, ο διεθνισμός, ο αχαλίνωτος καπιταλισμός, ο κρατικός εθνικισμός κ.ά. Γι’ αυτά όμως ίσως δοθεί η ευκαιρία για ένα άλλο σχετικό σχόλιο. Το παρήγορο είναι ότι ο ελληνισμός ανασυντάσσεται και ξαναβρίσκει την ελληνικότητά του.